υδατοδεξαμενή
•
- δεξαμενή που περιέχει νερό κυρίως για τροφοδοσία Βικιλεξικό
- Η Πυροσβεστική έκοψε παρακείμενο μεγάλο δέντρο και αφού το διαμόρφωσε σαν σκάλα, το τοποθέτησε μέσα στην άδεια υδατοδεξαμενή, όσο η αρκούδα ήταν ακόμα αναίσθητη, για να δημιουργηθεί γέφυρα διαφυγής της. (Διέσωσαν αρκούδα που εγκλωβίστηκε σε δεξαμενή, Τα Νέα, 28 Δεκεμβρίου 2017)
Ετυμολογία
υδατοδεξαμενή < υδατο- + δεξαμενή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υδατοδεξαμενή | υδατοδεξαμενές |
| Γενική | υδατοδεξαμενής | υδατοδεξαμενών |
| Αιτιατική | υδατοδεξαμενή | υδατοδεξαμενές |
| Κλητική | υδατοδεξαμενή | υδατοδεξαμενές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →