υδατοδιαλυτός
•
- που διαλύεται στο νερό ή μπορεί να διαλυθεί σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδατοδιαλυτός < υδατο- + διαλυτός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική water-soluble)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υδατοδιαλυτός | υδατοδιαλυτή | υδατοδιαλυτό |
| Γενική | υδατοδιαλυτού | υδατοδιαλυτής | υδατοδιαλυτού |
| Αιτιατική | υδατοδιαλυτό | υδατοδιαλυτή | υδατοδιαλυτό |
| Κλητική | υδατοδιαλυτέ | υδατοδιαλυτή | υδατοδιαλυτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υδατοδιαλυτοί | υδατοδιαλυτές | υδατοδιαλυτά |
| Γενική | υδατοδιαλυτών | υδατοδιαλυτών | υδατοδιαλυτών |
| Αιτιατική | υδατοδιαλυτούς | υδατοδιαλυτές | υδατοδιαλυτά |
| Κλητική | υδατοδιαλυτοί | υδατοδιαλυτές | υδατοδιαλυτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →