Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδατοκαλλιεργητικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιχθυολογίαπου έχει σχέση με την υδατοκαλλιέργεια ή τον υδατοκαλλιεργητή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδατοκαλλιεργητικός < υδατοκαλλιεργητής + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυδατοκαλλιεργητική / υδατοκαλλιεργητικός / υδατοκαλλιεργητικόυδατοκαλλιεργητικές / υδατοκαλλιεργητικοί / υδατοκαλλιεργητικά
Γενικήυδατοκαλλιεργητικής / υδατοκαλλιεργητικού / υδατοκαλλιεργητικούυδατοκαλλιεργητικών / υδατοκαλλιεργητικών / υδατοκαλλιεργητικών
Αιτιατικήυδατοκαλλιεργητική / υδατοκαλλιεργητικό / υδατοκαλλιεργητικόυδατοκαλλιεργητικές / υδατοκαλλιεργητικούς / υδατοκαλλιεργητικά
Κλητικήυδατοκαλλιεργητική / υδατοκαλλιεργητικέ / υδατοκαλλιεργητικόυδατοκαλλιεργητικές / υδατοκαλλιεργητικοί / υδατοκαλλιεργητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →