υδατώνω
•
- σπάνιοενυδατώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδατώνω < ύδωρ (ύδατ-ος) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υδατώνω | υδατώνεις | υδατώνει | υδατώνουμε | υδατώνετε | υδατώνουν / υδατώνουνε |
| Παρατατικός | υδάτωνα | υδάτωνες | υδάτωνε | υδατώναμε | υδατώνατε | υδάτωναν / υδατώναν / υδατώνανε |
| Αόριστος | υδάτωσα | υδάτωσες | υδάτωσε | υδατώσαμε | υδατώσατε | υδάτωσαν / υδατώσαν / υδατώσανε |
| Μέλλοντας | θα υδατώνω / θα υδατώσω | θα υδατώνεις / θα υδατώσεις | θα υδατώνει / θα υδατώσει | θα υδατώνουμε / θα υδατώσουμε | θα υδατώνετε / θα υδατώσετε | θα υδατώνουν / θα υδατώνουνε / θα υδατώσουν / θα υδατώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υδατώσει | έχεις υδατώσει | έχει υδατώσει | έχουμε υδατώσει | έχετε υδατώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υδατώσει | είχες υδατώσει | είχε υδατώσει | είχαμε υδατώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υδατώσει / να υδατώνω / να υδατώσω | να έχεις υδατώσει / να υδατώνεις / να υδατώσεις | να έχει υδατώσει / να υδατώνει / να υδατώσει | να έχουμε υδατώσει / να υδατώνουμε / να υδατώσουμε | να έχετε υδατώσει / να υδατώνετε / να υδατώσετε | να υδατώνουν / να υδατώνουνε / να υδατώσουν / να υδατώσουνε |
| Προστακτική | — | υδάτωνε / υδάτωσε | — | — | υδατώνετε / υδατώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →