υδραίικος
•
- ο σχετικός με το νησί Ύδρα ή τους κατοίκους της Βικιλεξικό
- Το πρώτο υδραίικο καΐκι κατασκευάστηκε στο διάστημα του πολέμου, το 1657, από τον Σακελλάριο, που αγνοούσε τη ναυπηγική, με μόνα εργαλεία το πριόνι, τον πέλεκυ και το τρυπάνι.
- μασάω όλη την ώρα κάτι, απασχολούμαι με το μάσημα (φαγητό, ξηρούς καρπούς, τσίχλα, το πλαστικό πώμα ενός στιλό κ.α.) Βικιλεξικό
- Η Κατίγκω κατέβηκε στο σαλόνι φορώντας την υδραίικη ενδυμασία. Βρήκε την Κοκόνα-Κρυσταλλένια να μασουλάει μαρόν γλασέ. Είδε η θεία την ανιψιά και σηκώθηκε τρέμοντας από την πολυθρόνα. Έπεσε η τσάντα της στο πάτωμα, σκορπίστηκαν τα μαρόν στο χαλί. (Φιλομήλα Λαπατά, Η χήρα του Πειραιά, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
Ετυμολογία
υδραίικος < Υδραί(ος) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υδραίικος | υδραίικη | υδραίικο |
| Γενική | υδραίικου | υδραίικης | υδραίικου |
| Αιτιατική | υδραίικο | υδραίικη | υδραίικο |
| Κλητική | υδραίικε | υδραίικη | υδραίικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υδραίικοι | υδραίικες | υδραίικα |
| Γενική | υδραίικων | υδραίικων | υδραίικων |
| Αιτιατική | υδραίικους | υδραίικες | υδραίικα |
| Κλητική | υδραίικοι | υδραίικες | υδραίικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →