υδραργυρικός
•
- για ουσία που περιέχει ως συστατικό τον υδράργυρο Βικιλεξικό
- για σύστημα ή συσκευή που περιέχει υδράργυρο για να λειτουργήσει Βικιλεξικό
- υδραργυρικό βαρόμετρο
Ετυμολογία
υδραργυρικός < υδράργυρος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υδραργυρικός | υδραργυρική | υδραργυρικό |
| Γενική | υδραργυρικού | υδραργυρικής | υδραργυρικού |
| Αιτιατική | υδραργυρικό | υδραργυρική | υδραργυρικό |
| Κλητική | υδραργυρικέ | υδραργυρική | υδραργυρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υδραργυρικοί | υδραργυρικές | υδραργυρικά |
| Γενική | υδραργυρικών | υδραργυρικών | υδραργυρικών |
| Αιτιατική | υδραργυρικούς | υδραργυρικές | υδραργυρικά |
| Κλητική | υδραργυρικοί | υδραργυρικές | υδραργυρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →