υδραργύρωση
•
- χημείαεπίχριση ενός αντικειμένου με υδράργυρο Βικιλεξικό
- ιατρικήυδραργυρίαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδραργύρωση μαρτυρείται από το 1833 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος στην καθαρεύουσα (ὑδραργύρωσις)< απόδοση για τη γαλλική mercuration
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υδραργύρωση | υδραργυρώσεις |
| Γενική | υδραργύρωσης | υδραργυρώσεων |
| Αιτιατική | υδραργύρωση | υδραργυρώσεις |
| Κλητική | υδραργύρωση | υδραργυρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →