Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδροβιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υδροβιολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδροβιολογικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδροβιολογικόςυδροβιολογικήυδροβιολογικό
Γενικήυδροβιολογικούυδροβιολογικήςυδροβιολογικού
Αιτιατικήυδροβιολογικόυδροβιολογικήυδροβιολογικό
Κλητικήυδροβιολογικέυδροβιολογικήυδροβιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδροβιολογικοίυδροβιολογικέςυδροβιολογικά
Γενικήυδροβιολογικώνυδροβιολογικώνυδροβιολογικών
Αιτιατικήυδροβιολογικούςυδροβιολογικέςυδροβιολογικά
Κλητικήυδροβιολογικοίυδροβιολογικέςυδροβιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →