Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδρογεωλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υδρογεωλογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδρογεωλογικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδρογεωλογικόςυδρογεωλογικήυδρογεωλογικό
Γενικήυδρογεωλογικούυδρογεωλογικήςυδρογεωλογικού
Αιτιατικήυδρογεωλογικόυδρογεωλογικήυδρογεωλογικό
Κλητικήυδρογεωλογικέυδρογεωλογικήυδρογεωλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδρογεωλογικοίυδρογεωλογικέςυδρογεωλογικά
Γενικήυδρογεωλογικώνυδρογεωλογικώνυδρογεωλογικών
Αιτιατικήυδρογεωλογικούςυδρογεωλογικέςυδρογεωλογικά
Κλητικήυδρογεωλογικοίυδρογεωλογικέςυδρογεωλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →