Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδροδιαλυτός

/i.ðro.ði.a.liˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαλύεται στο νερό ή μπορεί να διαλυθεί σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδροδιαλυτός < υδρο- + διαλυτός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική water-soluble)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδροδιαλυτόςυδροδιαλυτήυδροδιαλυτό
Γενικήυδροδιαλυτούυδροδιαλυτήςυδροδιαλυτού
Αιτιατικήυδροδιαλυτόυδροδιαλυτήυδροδιαλυτό
Κλητικήυδροδιαλυτέυδροδιαλυτήυδροδιαλυτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδροδιαλυτοίυδροδιαλυτέςυδροδιαλυτά
Γενικήυδροδιαλυτώνυδροδιαλυτώνυδροδιαλυτών
Αιτιατικήυδροδιαλυτούςυδροδιαλυτέςυδροδιαλυτά
Κλητικήυδροδιαλυτοίυδροδιαλυτέςυδροδιαλυτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →