Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδροδοχείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρό δοχείο με πόσιμο νερό που το φέρνει κάποιος μαζί του για προσωπική χρήση, παγούρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδροδοχείο < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυδροδοχείουδροδοχεία
Γενικήυδροδοχείουυδροδοχείων
Αιτιατικήυδροδοχείουδροδοχεία
Κλητικήυδροδοχείουδροδοχεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →