υδροδοχείο
•
- μικρό δοχείο με πόσιμο νερό που το φέρνει κάποιος μαζί του για προσωπική χρήση, παγούρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδροδοχείο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υδροδοχείο | υδροδοχεία |
| Γενική | υδροδοχείου | υδροδοχείων |
| Αιτιατική | υδροδοχείο | υδροδοχεία |
| Κλητική | υδροδοχείο | υδροδοχεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →