υδροδυναμικός
•
- σχετικός με την κίνηση των υγρών Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησχετικός με την κίνηση των αερίων Βικιλεξικό
- εκπονημένος ώστε να ελαττώσει την αντίσταση του νερού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδροδυναμικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υδροδυναμικός | υδροδυναμική | υδροδυναμικό |
| Γενική | υδροδυναμικού | υδροδυναμικής | υδροδυναμικού |
| Αιτιατική | υδροδυναμικό | υδροδυναμική | υδροδυναμικό |
| Κλητική | υδροδυναμικέ | υδροδυναμική | υδροδυναμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υδροδυναμικοί | υδροδυναμικές | υδροδυναμικά |
| Γενική | υδροδυναμικών | υδροδυναμικών | υδροδυναμικών |
| Αιτιατική | υδροδυναμικούς | υδροδυναμικές | υδροδυναμικά |
| Κλητική | υδροδυναμικοί | υδροδυναμικές | υδροδυναμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →