Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδροδυναμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την κίνηση των υγρών Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασησχετικός με την κίνηση των αερίων Βικιλεξικό
  3. εκπονημένος ώστε να ελαττώσει την αντίσταση του νερού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδροδυναμικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδροδυναμικόςυδροδυναμικήυδροδυναμικό
Γενικήυδροδυναμικούυδροδυναμικήςυδροδυναμικού
Αιτιατικήυδροδυναμικόυδροδυναμικήυδροδυναμικό
Κλητικήυδροδυναμικέυδροδυναμικήυδροδυναμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδροδυναμικοίυδροδυναμικέςυδροδυναμικά
Γενικήυδροδυναμικώνυδροδυναμικώνυδροδυναμικών
Αιτιατικήυδροδυναμικούςυδροδυναμικέςυδροδυναμικά
Κλητικήυδροδυναμικοίυδροδυναμικέςυδροδυναμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →