υδροκεφαλία
•
- παθολογική κατάσταση, συχνότερη στα παιδιά, κατά την οποία συσσωρεύεται μεγάλη ποσότητα υγρού μέσα στον εγκέφαλο λόγω ανατομικής ή λειτουργικής ανωμαλίας με αποτέλεσμα την αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης και την πρόκληση πονοκεφάλων, προβλημάτων στην όραση και βλαβών στον εγκέφαλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδροκεφαλία < υδρο- + -κεφαλία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υδροκεφαλία | υδροκεφαλίες |
| Γενική | υδροκεφαλίας | υδροκεφαλιών |
| Αιτιατική | υδροκεφαλία | υδροκεφαλίες |
| Κλητική | υδροκεφαλία | υδροκεφαλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →