Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδροκεφαλικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ασθενής που πάσχει από υδροκεφαλία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδροκεφαλικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυδροκεφαλική / υδροκεφαλικός / υδροκεφαλικόυδροκεφαλικές / υδροκεφαλικοί / υδροκεφαλικά
Γενικήυδροκεφαλικής / υδροκεφαλικού / υδροκεφαλικούυδροκεφαλικών / υδροκεφαλικών / υδροκεφαλικών
Αιτιατικήυδροκεφαλική / υδροκεφαλικό / υδροκεφαλικόυδροκεφαλικές / υδροκεφαλικούς / υδροκεφαλικά
Κλητικήυδροκεφαλική / υδροκεφαλικέ / υδροκεφαλικόυδροκεφαλικές / υδροκεφαλικοί / υδροκεφαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υδροκεφαλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την υδροκεφαλία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδροκεφαλικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδροκεφαλικόςυδροκεφαλικήυδροκεφαλικό
Γενικήυδροκεφαλικούυδροκεφαλικήςυδροκεφαλικού
Αιτιατικήυδροκεφαλικόυδροκεφαλικήυδροκεφαλικό
Κλητικήυδροκεφαλικέυδροκεφαλικήυδροκεφαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδροκεφαλικοίυδροκεφαλικέςυδροκεφαλικά
Γενικήυδροκεφαλικώνυδροκεφαλικώνυδροκεφαλικών
Αιτιατικήυδροκεφαλικούςυδροκεφαλικέςυδροκεφαλικά
Κλητικήυδροκεφαλικοίυδροκεφαλικέςυδροκεφαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →