υδροκεφαλισμός
•
- η διόγκωση του διοικητικού κέντρου εις βάρος της περιφέρειας και ο συγκεντρωτισμός που αυτό συνεπάγεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδροκεφαλισμός < υδροκέφαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υδροκεφαλισμός | υδροκεφαλισμοί |
| Γενική | υδροκεφαλισμού | υδροκεφαλισμών |
| Αιτιατική | υδροκεφαλισμό | υδροκεφαλισμούς |
| Κλητική | υδροκεφαλισμέ | υδροκεφαλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →