υδροξείδιο
•
- χημείαένωση που περιέχει το αρνητικά φορτισμένο ιόν υδροξυλίου (χημικός τύπος OH⁻), συνήθως είτε με αλκαλιμέταλλο ή με αλκαλική γαία Βικιλεξικό
- υπάρχει παγκόσμια τάση υποκατάστασης του PVC με πολυμερή που τα χαρακτηριστικά αντοχής στην καύση θα προσδίδουν ανόργανα fillers (π.χ. υδροξείδιο του μαγνησίου, υδροξείδιο αργιλίου, χουντίτης, υδρομαγνησίτης). (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τεύχη 2087-2095, 1994, σελ. 67)
Ετυμολογία
υδροξείδιο < Μορφολογικά αναλύεται σε υδρ- + οξείδιο → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υδροξείδιο | υδροξείδια |
| Γενική | υδροξείδιου / υδροξειδίου | υδροξειδίων |
| Αιτιατική | υδροξείδιο | υδροξείδια |
| Κλητική | υδροξείδιο | υδροξείδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →