Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ὑδροπέπων

/i.ðɾoˈpe.pon/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσατο καρπούζι, ο υδροπέπων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ὑδροπέπων < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική melon d'eau. Μορφολογικά αναλύεται στην αρχαία ελληνική ὑδρο- (< ύδωρ) + πέπων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υδροπέπων

/i.ðɾoˈpe.pon/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοτο καρπούζι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδροπέπων < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑδροπέπων < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική melon d'eau. Μορφολογικά αναλύεται σε υδρο- + αρχαία ελληνική πέπων

Άλλοι τύποι

ὑδροπέπων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →