ὑδροπέπων
•
- καθαρεύουσατο καρπούζι, ο υδροπέπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ὑδροπέπων < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική melon d'eau. Μορφολογικά αναλύεται στην αρχαία ελληνική ὑδρο- (< ύδωρ) + πέπων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →