υδροπονικός
•
- νεολογισμόςπου έχει σχέση με την υδροπονία ή αναφέρεται σ' αυτήν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδροπονικός < υδροπονία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υδροπονικός | υδροπονική | υδροπονικό |
| Γενική | υδροπονικού | υδροπονικής | υδροπονικού |
| Αιτιατική | υδροπονικό | υδροπονική | υδροπονικό |
| Κλητική | υδροπονικέ | υδροπονική | υδροπονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υδροπονικοί | υδροπονικές | υδροπονικά |
| Γενική | υδροπονικών | υδροπονικών | υδροπονικών |
| Αιτιατική | υδροπονικούς | υδροπονικές | υδροπονικά |
| Κλητική | υδροπονικοί | υδροπονικές | υδροπονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →