Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδροτροπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον υδροτροπισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδροτροπικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδροτροπικόςυδροτροπικήυδροτροπικό
Γενικήυδροτροπικούυδροτροπικήςυδροτροπικού
Αιτιατικήυδροτροπικόυδροτροπικήυδροτροπικό
Κλητικήυδροτροπικέυδροτροπικήυδροτροπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυδροτροπικοίυδροτροπικέςυδροτροπικά
Γενικήυδροτροπικώνυδροτροπικώνυδροτροπικών
Αιτιατικήυδροτροπικούςυδροτροπικέςυδροτροπικά
Κλητικήυδροτροπικοίυδροτροπικέςυδροτροπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →