Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υδρόπτερο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. επιβατικό πλοίο με δύο πτερύγια που το ανυψώνουν ώστε να έχει λιγότερη επαφή με τα νερά κι έτσι να αναπτύσσει μεγαλύτερη ταχύτητα από άλλα σκάφη παρόμοιου μεγέθους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υδρόπτερο < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυδρόπτερουδρόπτερα
Γενικήυδροπτέρου / υδρόπτερουυδροπτέρων / υδρόπτερων
Αιτιατικήυδρόπτερουδρόπτερα
Κλητικήυδρόπτερουδρόπτερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →