υλακή
•
- λόγιοτο γάβγισμα, το ουρλιαχτό Βικιλεξικό
- […] ἤκουα τὰς ὑλακὰς τῶν σκύλων εἰς τὰς ἀπεχούσας ἐπαύλεις, καὶ τῶν γρύλλων περὶ ἐμὲ τὸν θόρυβον, καὶ τοὺς ἠχηροὺς τῶν βατράχων κοασμούς. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας)
Ετυμολογία
υλακή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑλακή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υλακή | υλακές |
| Γενική | υλακής | υλακών |
| Αιτιατική | υλακή | υλακές |
| Κλητική | υλακή | υλακές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →