Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υλακή

/i.laˈci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο γάβγισμα, το ουρλιαχτό Βικιλεξικό
    • […] ἤκουα τὰς ὑλακὰς τῶν σκύλων εἰς τὰς ἀπεχούσας ἐπαύλεις, καὶ τῶν γρύλλων περὶ ἐμὲ τὸν θόρυβον, καὶ τοὺς ἠχηροὺς τῶν βατράχων κοασμούς. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας)

Ετυμολογία

υλακή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑλακή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυλακήυλακές
Γενικήυλακήςυλακών
Αιτιατικήυλακήυλακές
Κλητικήυλακήυλακές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →