Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υλικοτεχνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τα αναγκαία υλικά και τεχνικά μέσα για την επίτευξη ενός έργου ή την λειτουργία μιας επιχείρησης ή ενός οργανισμού Βικιλεξικό
    • […] αναλόγως της υλικοτεχνικής υποδομής κάθε περιοχής.
    • […] Ένεκα των υλικοτεχνικών και επιχειρησιακών απαιτήσεων […]
    • […] προετοιμασίες και προσεκτική υλικοτεχνική υποστήριξη (συντήρηση του εξοπλισμού, υλικοτεχνικός προγραμματισμός, συμφωνίες με τοπικά ιδρύματα, μεταφορά κ.λπ.), […]

Ετυμολογία

υλικοτεχνικός < υλικ(ός) + -ο- + τεχνικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυλικοτεχνικόςυλικοτεχνικήυλικοτεχνικό
Γενικήυλικοτεχνικούυλικοτεχνικήςυλικοτεχνικού
Αιτιατικήυλικοτεχνικόυλικοτεχνικήυλικοτεχνικό
Κλητικήυλικοτεχνικέυλικοτεχνικήυλικοτεχνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυλικοτεχνικοίυλικοτεχνικέςυλικοτεχνικά
Γενικήυλικοτεχνικώνυλικοτεχνικώνυλικοτεχνικών
Αιτιατικήυλικοτεχνικούςυλικοτεχνικέςυλικοτεχνικά
Κλητικήυλικοτεχνικοίυλικοτεχνικέςυλικοτεχνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →