Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι φτιαγμένος από ύλη Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με την ύλη, σε αντίθεση με το πνεύμα, το νου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υλικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυλικόςυλικήυλικό
Γενικήυλικούυλικήςυλικού
Αιτιατικήυλικόυλικήυλικό
Κλητικήυλικέυλικήυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυλικοίυλικέςυλικά
Γενικήυλικώνυλικώνυλικών
Αιτιατικήυλικούςυλικέςυλικά
Κλητικήυλικοίυλικέςυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →