Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον υλισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υλιστικός < υλιστής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυλιστικόςυλιστικήυλιστικό
Γενικήυλιστικούυλιστικήςυλιστικού
Αιτιατικήυλιστικόυλιστικήυλιστικό
Κλητικήυλιστικέυλιστικήυλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυλιστικοίυλιστικέςυλιστικά
Γενικήυλιστικώνυλιστικώνυλιστικών
Αιτιατικήυλιστικούςυλιστικέςυλιστικά
Κλητικήυλιστικοίυλιστικέςυλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →