υλιστικός
•
- σχετικός με τον υλισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υλιστικός < υλιστής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υλιστικός | υλιστική | υλιστικό |
| Γενική | υλιστικού | υλιστικής | υλιστικού |
| Αιτιατική | υλιστικό | υλιστική | υλιστικό |
| Κλητική | υλιστικέ | υλιστική | υλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υλιστικοί | υλιστικές | υλιστικά |
| Γενική | υλιστικών | υλιστικών | υλιστικών |
| Αιτιατική | υλιστικούς | υλιστικές | υλιστικά |
| Κλητική | υλιστικοί | υλιστικές | υλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →