υλοτόμος
•
- επάγγελμααυτός που ασχολείται με την υλοτομία Βικιλεξικό
- «Ποιός είν' αυτός;» ρώτησε ένας υλοτόμος τον Στελάρα. «Ο γαμπρός του Ζαμάνη, λίρες πολλές. Μένει πάνω στον πύργο, παράς με ουρά! Δε μπορείς να φανταστείς...» (Ισίδωρος Ζουργός, Οι ρετσίνες του βασιλιά, εκδ. Πατάκης, 2019)
Ετυμολογία
υλοτόμος < αρχαία ελληνική ὑλοτόμος < ὕλη (δάσος) + -τόμος (τέμνω = κόβω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υλοτόμος | υλοτόμοι |
| Γενική | υλοτόμου | υλοτόμων |
| Αιτιατική | υλοτόμο | υλοτόμους |
| Κλητική | υλοτόμε | υλοτόμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →