Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υμνήτρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του υμνητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υμνήτρια < υμνητής + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυμνήτριαυμνήτριες
Γενικήυμνήτριαςυμνητριών
Αιτιατικήυμνήτριαυμνήτριες
Κλητικήυμνήτριαυμνήτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →