υμνολόγηση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υμνολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υμνολόγηση < υμνολογώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υμνολόγηση | υμνολογήσεις |
| Γενική | υμνολόγησης | υμνολογήσεων |
| Αιτιατική | υμνολόγηση | υμνολογήσεις |
| Κλητική | υμνολόγηση | υμνολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →