Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υμνολόγηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υμνολογώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υμνολόγηση < υμνολογώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυμνολόγησηυμνολογήσεις
Γενικήυμνολόγησηςυμνολογήσεων
Αιτιατικήυμνολόγησηυμνολογήσεις
Κλητικήυμνολόγησηυμνολογήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →