υμνωδώ
•
- λόγιοψάλλω ύμνους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υμνωδώ < αρχαία ελληνική ὑμνῳδέω / ὑμνῳδῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υμνωδώ | υμνωδείς | υμνωδεί | υμνωδούμε | υμνωδείτε | υμνωδούν / υμνωδούνε |
| Παρατατικός | υμνωδούσα | υμνωδούσες | υμνωδούσε | υμνωδούσαμε | υμνωδούσατε | υμνωδούσαν / υμνωδούσανε |
| Αόριστος | υμνώδησα | υμνώδησες | υμνώδησε | υμνωδήσαμε | υμνωδήσατε | υμνωδήσαν / υμνωδήσανε / υμνώδησαν |
| Μέλλοντας | θα υμνωδήσω / θα υμνωδώ | θα υμνωδήσεις / θα υμνωδείς | θα υμνωδήσει / θα υμνωδεί | θα υμνωδήσουμε / θα υμνωδούμε | θα υμνωδήσετε / θα υμνωδείτε | θα υμνωδήσουν / θα υμνωδήσουνε / θα υμνωδούν / θα υμνωδούνε |
| Παρακείμενος | έχω υμνωδήσει | έχεις υμνωδήσει | έχει υμνωδήσει | έχουμε υμνωδήσει | έχετε υμνωδήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υμνωδήσει | είχες υμνωδήσει | είχε υμνωδήσει | είχαμε υμνωδήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υμνωδήσει / να υμνωδήσω / να υμνωδώ | να έχεις υμνωδήσει / να υμνωδήσεις / να υμνωδείς | να έχει υμνωδήσει / να υμνωδήσει / να υμνωδεί | να έχουμε υμνωδήσει / να υμνωδήσουμε / να υμνωδούμε | να έχετε υμνωδήσει / να υμνωδήσετε / να υμνωδείτε | να υμνωδήσουν / να υμνωδήσουνε / να υμνωδούν / να υμνωδούνε |
| Προστακτική | — | υμνώδει / υμνώδησε | — | — | υμνωδήστε / υμνωδείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →