Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υμνωδώ

ρήμα
•
  1. λόγιοψάλλω ύμνους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υμνωδώ < αρχαία ελληνική ὑμνῳδέω / ὑμνῳδῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυμνωδώυμνωδείςυμνωδείυμνωδούμευμνωδείτευμνωδούν / υμνωδούνε
Παρατατικόςυμνωδούσαυμνωδούσεςυμνωδούσευμνωδούσαμευμνωδούσατευμνωδούσαν / υμνωδούσανε
Αόριστοςυμνώδησαυμνώδησεςυμνώδησευμνωδήσαμευμνωδήσατευμνωδήσαν / υμνωδήσανε / υμνώδησαν
Μέλλονταςθα υμνωδήσω / θα υμνωδώθα υμνωδήσεις / θα υμνωδείςθα υμνωδήσει / θα υμνωδείθα υμνωδήσουμε / θα υμνωδούμεθα υμνωδήσετε / θα υμνωδείτεθα υμνωδήσουν / θα υμνωδήσουνε / θα υμνωδούν / θα υμνωδούνε
Παρακείμενοςέχω υμνωδήσειέχεις υμνωδήσειέχει υμνωδήσειέχουμε υμνωδήσειέχετε υμνωδήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υμνωδήσειείχες υμνωδήσειείχε υμνωδήσειείχαμε υμνωδήσει——
Υποτακτικήνα έχω υμνωδήσει / να υμνωδήσω / να υμνωδώνα έχεις υμνωδήσει / να υμνωδήσεις / να υμνωδείςνα έχει υμνωδήσει / να υμνωδήσει / να υμνωδείνα έχουμε υμνωδήσει / να υμνωδήσουμε / να υμνωδούμενα έχετε υμνωδήσει / να υμνωδήσετε / να υμνωδείτενα υμνωδήσουν / να υμνωδήσουνε / να υμνωδούν / να υμνωδούνε
Προστακτική—υμνώδει / υμνώδησε——υμνωδήστε / υμνωδείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →