υνί
•
- το σιδερένιο άκρο του αρότρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υνί < μεσαιωνική ελληνική *ὑνίον < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕνιον, υποκοριστικό του θηλυκού ὕνις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υνί | υνιά |
| Γενική | υνιού | υνιών |
| Αιτιατική | υνί | υνιά |
| Κλητική | υνί | υνιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →