υοειδές
•
- ανατομίαμικρό, πεταλοειδές οστό που βρίσκεται στη βάση της γλώσσας και λειτουργεί ως στήριγμα για τους μυς του λάρυγγα, της γλώσσας και του φάρυγγα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υοειδές < ελληνιστική κοινή ὑοειδές, ουδέτερο του ὑοειδής < αρχαία ελληνική υ + -ειδής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υοειδές | υοειδή |
| Γενική | υοειδούς | υοειδών |
| Αιτιατική | υοειδές | υοειδή |
| Κλητική | υοειδές | υοειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →