υπάνθρωπος
•
- μειωτικό, ο διανοητικά, φυσιολογικά-σωματικά ή γενετικά κατώτερος από άνθρωπος Βικιλεξικό
- μειωτικό, ο διανοητικά, φυσιολογικά-σωματικά ή γενετικά κατώτερος από άνθρωπος Βικιλεξικό
- μειωτικό, ο διανοητικά, φυσιολογικά-σωματικά ή γενετικά κατώτερος από άνθρωπος Βικιλεξικό
- μεταφορικάο άξεστος, ο απολίτιστος, άσχημος, επικίνδυνος κι αντικοινωνικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπάνθρωπος < υπ- (υπο-) + άνθρωπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπάνθρωπος | υπάνθρωποι |
| Γενική | υπάνθρωπου / υπανθρώπου | υπανθρώπων |
| Αιτιατική | υπάνθρωπο | υπανθρώπους |
| Κλητική | υπάνθρωπε | υπάνθρωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →