υπάρχοντα
•
- τα περιουσιακά στοιχεία κάποιου Βικιλεξικό
- ειδικότερατα προσωπικά αντικείμενα κάποιου, όσα έχει στο σπίτι του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπάρχοντα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής υπάρχων του ρήματος υπάρχω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →