Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπέργηρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πάρα πολύ γέρος, αυτός που έχει φτάσει με πολύ μεγάλη γεροντική ηλικία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπέργηρος < αρχαία ελληνική ὑπέργηρως < ὑπέρ- + -γήρως (γῆρας)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπέργηροςυπέργηρηυπέργηρο
Γενικήυπέργηρουυπέργηρηςυπέργηρου
Αιτιατικήυπέργηρουπέργηρηυπέργηρο
Κλητικήυπέργηρευπέργηρηυπέργηρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπέργηροιυπέργηρεςυπέργηρα
Γενικήυπέργηρωνυπέργηρωνυπέργηρων
Αιτιατικήυπέργηρουςυπέργηρεςυπέργηρα
Κλητικήυπέργηροιυπέργηρεςυπέργηρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →