υπέρθεση
•
- λόγιοτοποθέτηση από πάνω Βικιλεξικό
- κβαντική φυσικήη κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερες κβαντικές θέσεις αθροίζονται, για να δώσουν μια άλλη έγκυρη κβαντική κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπέρθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπέρθε(σις) + -ση < ὑπερτίθημι < αρχαία ελληνική ὑπέρ + τίθημι. Συγχρονικά αναλύεται σε υπερ- + θέση. :* για τον όρο της φυσικής: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική superposition (→ δείτε και τη λέξη επαλληλία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπέρθεση | υπερθέσεις |
| Γενική | υπέρθεσης | υπερθέσεων |
| Αιτιατική | υπέρθεση | υπερθέσεις |
| Κλητική | υπέρθεση | υπερθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →