Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπέρθεση

/iˈpeɾ.θe.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτοποθέτηση από πάνω Βικιλεξικό
  2. κβαντική φυσικήη κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερες κβαντικές θέσεις αθροίζονται, για να δώσουν μια άλλη έγκυρη κβαντική κατάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπέρθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπέρθε(σις) + -ση < ὑπερτίθημι < αρχαία ελληνική ὑπέρ + τίθημι. Συγχρονικά αναλύεται σε υπερ- + θέση. :* για τον όρο της φυσικής: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική superposition (→ δείτε και τη λέξη επαλληλία)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπέρθεσηυπερθέσεις
Γενικήυπέρθεσηςυπερθέσεων
Αιτιατικήυπέρθεσηυπερθέσεις
Κλητικήυπέρθεσηυπερθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →