Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπήκοος

/iˈpi.ko.os/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα / ιθαγένεια ενός κράτους· ο πολίτης ενός κράτους Βικιλεξικό
  2. ο υποκείμενος στην εξουσία Βικιλεξικό
    • Οι λαοί-υπήκοοι λοιπόν της Αυτοκρατορίας θεωρούσαν φυσικό να κινούνται σε πολύγλωσσο περιβάλλον· οι προερχόμενοι από τη νότια Βαλκανική χειρίζονταν την ελληνική γλώσσα ή εκτιμούσαν ότι η ελληνική ήταν, τουλάχιστον ώς τις αρχές του 19ου αι. , η lingua franca Ελλήνων, Βουλγάρων, Βλάχων αλλά και των Σέρβων εν μέρει στον τομέα του εμπορίου και της παιδείας (Η Γλωσσική Εκπαίδευση Των Ελλήνων Μετανάστων Στην Ευρώπη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσης, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 1997, σελ. 19)

Ετυμολογία

υπήκοος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπήκοος < υπ- ὑπό + ἀκοή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπήκοοςυπήκοοι
Γενικήυπήκοου / υπηκόουυπηκόων
Αιτιατικήυπήκοουπήκοους / υπηκόους
Κλητικήυπήκοευπήκοοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →