Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπαίθριος

/iˈpe.θɾi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται ή συμβαίνει σε ανοιχτό (μη στεγασμένο) χώρο, στο ύπαιθρο Βικιλεξικό
    • μια υπαίθρια συναυλία
    • […] η διερεύνηση του εξωτερικού χώρου έφερε καταρχάς στο φως τμήμα πλακόστρωτου δαπέδου το οποίο, σε συνάφεια με τα ερείπια κτιρίων προς δυσμάς, η έρευνα των οποίων προγραμματίζεται για το τρέχον έτος, θα πρέπει να αποδοθεί στην υπαίθρια πλατεία της Αγοράς. Επιπλέον, εντοπίστηκαν τουλάχιστον δύο άγνωστα έως σήμερα προσκτίσματα στα δυτικά και ανατολικά του κυρίως κτιρίου.
    • Με τα δάχτυλα ακόμη μπλεγμένα, διασχίζουμε ατελείωτες σειρές από βίντατζ ρούχα στο αγαπημένο υπαίθριο παζάρι του Τζάσπερ. Δοκιμάζω ένα βίντατζ Σανέλ παλτό και ο Τζάσπερ αγοράζει κι άλλα τζιν για τη συλλογή του. (Shana Feste, Jen Besser, Ερωτευμένη Diana, μετάφραση Αγορίτσα Μπακοδήμου, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)

Ετυμολογία

υπαίθριος < αρχαία ελληνική ὑπαίθριος < ὕπαιθρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπαίθριοςυπαίθριαυπαίθριο
Γενικήυπαίθριουυπαίθριαςυπαίθριου
Αιτιατικήυπαίθριουπαίθριαυπαίθριο
Κλητικήυπαίθριευπαίθριαυπαίθριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπαίθριοιυπαίθριεςυπαίθρια
Γενικήυπαίθριωνυπαίθριωνυπαίθριων
Αιτιατικήυπαίθριουςυπαίθριεςυπαίθρια
Κλητικήυπαίθριοιυπαίθριεςυπαίθρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →