υπαγόμενος
•
- εκείνος που υπάγεται σε μια κατηγορία, που εμπίπτει σε μία ορισμένη δικαιοδοσία, που ελέγχεται και ρυθμίζεται από συγκεκριμένους κανονισμούς αφορούντες την κατηγορία αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπαγόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος υπάγω
Άλλοι τύποι
υπαγόμεναυπαγόμενευπαγόμενεςυπαγόμενηυπαγόμενηςυπαγόμενουπαγόμενοιυπαγόμενοςυπαγόμενουυπαγόμενουςυπαγόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →