Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπαινικτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κάνει υπαινιγμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπαινικτικός < υπαινίσσομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπαινικτικόςυπαινικτικήυπαινικτικό
Γενικήυπαινικτικούυπαινικτικήςυπαινικτικού
Αιτιατικήυπαινικτικόυπαινικτικήυπαινικτικό
Κλητικήυπαινικτικέυπαινικτικήυπαινικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπαινικτικοίυπαινικτικέςυπαινικτικά
Γενικήυπαινικτικώνυπαινικτικώνυπαινικτικών
Αιτιατικήυπαινικτικούςυπαινικτικέςυπαινικτικά
Κλητικήυπαινικτικοίυπαινικτικέςυπαινικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →