Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπαιτιότητα

/i.pe.tiˈo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ευθύνη κάποιου για κακή εξέλιξη ή κακό αποτέλεσμα (που έχει να κάνει, δηλαδή, με δόλο ή αμέλεια) Βικιλεξικό
    • Ο κύριος Χ δεν έχει κάποια υπαιτιότητα για την κατάσταση του κυρίου Ψ.
  2. νομικός όροςη απόδοση αιτιότητας από δόλο ή αμέλεια σε κάποιον για κάποιο παράνομο αποτέλεσμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπαιτιότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπαιτι(ότης) (μαρτυρείται από το 1836) + -ότητα < υπαίτιος. Μορφολογικά αναλύεται σε υπ- + αιτιότητα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπαιτιότηταυπαιτιότητες
Γενικήυπαιτιότηταςυπαιτιοτήτων
Αιτιατικήυπαιτιότηταυπαιτιότητες
Κλητικήυπαιτιότηταυπαιτιότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →