υπαιτιότητα
•
- η ευθύνη κάποιου για κακή εξέλιξη ή κακό αποτέλεσμα (που έχει να κάνει, δηλαδή, με δόλο ή αμέλεια) Βικιλεξικό
- Ο κύριος Χ δεν έχει κάποια υπαιτιότητα για την κατάσταση του κυρίου Ψ.
- νομικός όροςη απόδοση αιτιότητας από δόλο ή αμέλεια σε κάποιον για κάποιο παράνομο αποτέλεσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπαιτιότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπαιτι(ότης) (μαρτυρείται από το 1836) + -ότητα < υπαίτιος. Μορφολογικά αναλύεται σε υπ- + αιτιότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπαιτιότητα | υπαιτιότητες |
| Γενική | υπαιτιότητας | υπαιτιοτήτων |
| Αιτιατική | υπαιτιότητα | υπαιτιότητες |
| Κλητική | υπαιτιότητα | υπαιτιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →