υπαλλαγή
•
- σχήμα λόγου κατά το οποίο ένα επίθετο συμφωνεί στην πτώση με κάποιο άλλο ουσιαστικό από αυτό που νοηματικά θα έπρεπε να προσδιορίζει Βικιλεξικό
- Παραδείγματα υπαλλαγής: λευκό βουνάκι πρόβατα (δηλ. βουνάκι λευκά πρόβατα) - Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Διον. Σολωμού
Ετυμολογία
υπαλλαγή < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπαλλαγή | υπαλλαγές |
| Γενική | υπαλλαγής | υπαλλαγών |
| Αιτιατική | υπαλλαγή | υπαλλαγές |
| Κλητική | υπαλλαγή | υπαλλαγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →