υπαναχωρώ
•
- υποχωρώ, αποσύρομαι διακριτικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάαναιρώ προηγούμενες δηλώσεις, ιδέες, πεποιθήσεις κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπαναχωρώ < αρχαία ελληνική ὑπαναχωρέω / ὑπαναχωρῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →