Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπαρχηγία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος υπαρχηγός, η ιδιότητα του υπαρχηγού καθώς και (κατ’ επέκταση) το χρονικό διάστημα που κάποιος είναι υπαρχηγός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπαρχηγία < υπαρχηγός + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπαρχηγίαυπαρχηγίες
Γενικήυπαρχηγίαςυπαρχηγιών
Αιτιατικήυπαρχηγίαυπαρχηγίες
Κλητικήυπαρχηγίαυπαρχηγίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →