υπαρχηγία
•
- το να είναι κάποιος υπαρχηγός, η ιδιότητα του υπαρχηγού καθώς και (κατ’ επέκταση) το χρονικό διάστημα που κάποιος είναι υπαρχηγός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπαρχηγία < υπαρχηγός + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπαρχηγία | υπαρχηγίες |
| Γενική | υπαρχηγίας | υπαρχηγιών |
| Αιτιατική | υπαρχηγία | υπαρχηγίες |
| Κλητική | υπαρχηγία | υπαρχηγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →