υπατεύω
•
- ιστορίαείμαι ύπατος, ασκώ το υπατικό αξίωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπατεύω < ελληνιστική κοινή ὑπατεύω < αρχαία ελληνική ὕπατος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπατεύω | υπατεύεις | υπατεύει | υπατεύουμε | υπατεύετε | υπατεύουν / υπατεύουνε |
| Παρατατικός | υπάτευα | υπάτευες | υπάτευε | υπατεύαμε | υπατεύατε | υπάτευαν / υπατεύαν / υπατεύανε |
| Αόριστος | υπάτευσα | υπάτευσες | υπάτευσε | υπατεύσαμε | υπατεύσατε | υπάτευσαν / υπατεύσαν / υπατεύσανε |
| Μέλλοντας | θα υπατεύσω / θα υπατεύω | θα υπατεύεις / θα υπατεύσεις | θα υπατεύει / θα υπατεύσει | θα υπατεύουμε / θα υπατεύσουμε | θα υπατεύετε / θα υπατεύσετε | θα υπατεύουν / θα υπατεύουνε / θα υπατεύσουν / θα υπατεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπατεύσει | έχεις υπατεύσει | έχει υπατεύσει | έχουμε υπατεύσει | έχετε υπατεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπατεύσει | είχες υπατεύσει | είχε υπατεύσει | είχαμε υπατεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπατεύσει / να υπατεύσω / να υπατεύω | να έχεις υπατεύσει / να υπατεύεις / να υπατεύσεις | να έχει υπατεύσει / να υπατεύει / να υπατεύσει | να έχουμε υπατεύσει / να υπατεύουμε / να υπατεύσουμε | να έχετε υπατεύσει / να υπατεύετε / να υπατεύσετε | να υπατεύουν / να υπατεύουνε / να υπατεύσουν / να υπατεύσουνε |
| Προστακτική | — | υπάτευε / υπάτευσε | — | — | υπατεύετε / υπατεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →