υπεισέρχομαι
•
- διεισδύω, εισχωρώ, εισδύω κάπου κρυφά με επιτήδειο τρόπο και όχι φανερό Βικιλεξικό
- προχωρώ στην εξέταση ενός θέματος, μπαίνω Βικιλεξικό
- στην ομιλία του ανέπτυξε το θέμα της μόλυνσης και υπεισήλθε και σε άλλα ζητήματα
- σε αυτό το σημείο υπεισέρχεται το πρόβλημα των...
- παρεμβαίνω Βικιλεξικό
- Ο Δάσκαλος μίλησε για την περίφημη ισορροπία μεταξύ γιν και γιανγκ στο σύμπαν. Αυθόρμητα σήκωσα το χέρι και του είπα ότι ισορροπία δεν υπάρχει επειδή το Κακό δεν είναι ούτε γιν, ούτε γιανγκ· είναι μια τρίτη δύναμη, η οποία υπεισέρχεται στα πάντα και χαλά κάθε ισορροπία (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτο Κακό (Βιβλίο Δεύτερο), Το Εσωτερικό Μονοπάτι, 2016)
Ετυμολογία
υπεισέρχομαι < υπό + εις + έρχομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →