υπεκμισθωτής
•
- νομικός όροςαυτός που υπεκμισθώνει, που εκμισθώνει σε τρίτο πρόσωπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπεκμισθωτής < υπεκμισθώνω + -τής. Αναλύεται σε υπ- + εκ- + μισθωτής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπεκμισθωτής | υπεκμισθωτές |
| Γενική | υπεκμισθωτή | υπεκμισθωτών |
| Αιτιατική | υπεκμισθωτή | υπεκμισθωτές |
| Κλητική | υπεκμισθωτή | υπεκμισθωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →