υπενθυμίζω
•
- θυμίζω κάτι σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπενθυμίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπενθυμίζω | υπενθυμίζεις | υπενθυμίζει | υπενθυμίζουμε | υπενθυμίζετε | υπενθυμίζουν / υπενθυμίζουνε |
| Παρατατικός | υπενθύμιζα | υπενθύμιζες | υπενθύμιζε | υπενθυμίζαμε | υπενθυμίζατε | υπενθυμίζαν / υπενθυμίζανε / υπενθύμιζαν |
| Αόριστος | υπενθύμισα | υπενθύμισες | υπενθύμισε | υπενθυμίσαμε | υπενθυμίσατε | υπενθυμίσαν / υπενθυμίσανε / υπενθύμισαν |
| Μέλλοντας | θα υπενθυμίζω / θα υπενθυμίσω | θα υπενθυμίζεις / θα υπενθυμίσεις | θα υπενθυμίζει / θα υπενθυμίσει | θα υπενθυμίζουμε / θα υπενθυμίσουμε | θα υπενθυμίζετε / θα υπενθυμίσετε | θα υπενθυμίζουν / θα υπενθυμίζουνε / θα υπενθυμίσουν / θα υπενθυμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπενθυμίσει | έχεις υπενθυμίσει | έχει υπενθυμίσει | έχουμε υπενθυμίσει | έχετε υπενθυμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπενθυμίσει | είχες υπενθυμίσει | είχε υπενθυμίσει | είχαμε υπενθυμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπενθυμίσει / να υπενθυμίζω / να υπενθυμίσω | να έχεις υπενθυμίσει / να υπενθυμίζεις / να υπενθυμίσεις | να έχει υπενθυμίσει / να υπενθυμίζει / να υπενθυμίσει | να έχουμε υπενθυμίσει / να υπενθυμίζουμε / να υπενθυμίσουμε | να έχετε υπενθυμίσει / να υπενθυμίζετε / να υπενθυμίσετε | να υπενθυμίζουν / να υπενθυμίζουνε / να υπενθυμίσουν / να υπενθυμίσουνε |
| Προστακτική | — | υπενθύμιζε / υπενθύμισε | — | — | υπενθυμίζετε / υπενθυμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →