υπενθύμιση
•
- η πράξη του να θυμίζω κάτι σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπενθύμιση ήδη από το 1856 ως ὑπενθύμι(σις) + -ση < υπενθυμι- (υπενθυμίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπενθύμιση | υπενθυμίσεις |
| Γενική | υπενθύμισης | υπενθυμίσεων |
| Αιτιατική | υπενθύμιση | υπενθυμίσεις |
| Κλητική | υπενθύμιση | υπενθυμίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →