υπενοικιάζω
•
- νοικιάζω δωμάτιο, διαμέρισμα κ.λπ. σε κάποιον το οποίο το έχω νοικιάσει εγώ από άλλον, συνήθως για μικρό χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- νοικιάζω από κάποιον χώρο που τον έχει νοικιάσει από άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπενοικιάζω < υπ- + ενοικιάζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sous-louer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπενοικιάζω | υπενοικιάζεις | υπενοικιάζει | υπενοικιάζουμε | υπενοικιάζετε | υπενοικιάζουν / υπενοικιάζουνε |
| Παρατατικός | υπενοικίαζα | υπενοικίαζες | υπενοικίαζε | υπενοικιάζαμε | υπενοικιάζατε | υπενοικίαζαν / υπενοικιάζαν / υπενοικιάζανε |
| Αόριστος | υπενοικίασα | υπενοικίασες | υπενοικίασε | υπενοικιάσαμε | υπενοικιάσατε | υπενοικίασαν / υπενοικιάσαν / υπενοικιάσανε |
| Μέλλοντας | θα υπενοικιάζω / θα υπενοικιάσω | θα υπενοικιάζεις / θα υπενοικιάσεις | θα υπενοικιάζει / θα υπενοικιάσει | θα υπενοικιάζουμε / θα υπενοικιάσουμε | θα υπενοικιάζετε / θα υπενοικιάσετε | θα υπενοικιάζουν / θα υπενοικιάζουνε / θα υπενοικιάσουν / θα υπενοικιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπενοικιάσει | έχεις υπενοικιάσει | έχει υπενοικιάσει | έχουμε υπενοικιάσει | έχετε υπενοικιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπενοικιάσει | είχες υπενοικιάσει | είχε υπενοικιάσει | είχαμε υπενοικιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπενοικιάσει / να υπενοικιάζω / να υπενοικιάσω | να έχεις υπενοικιάσει / να υπενοικιάζεις / να υπενοικιάσεις | να έχει υπενοικιάσει / να υπενοικιάζει / να υπενοικιάσει | να έχουμε υπενοικιάσει / να υπενοικιάζουμε / να υπενοικιάσουμε | να έχετε υπενοικιάσει / να υπενοικιάζετε / να υπενοικιάσετε | να υπενοικιάζουν / να υπενοικιάζουνε / να υπενοικιάσουν / να υπενοικιάσουνε |
| Προστακτική | — | υπενοικίαζε / υπενοικίασε | — | — | υπενοικιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υπενοικιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →