Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπεξαγωγή

/i.pe.ksa.ɣoˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπεξάγω: η παράνομη αφαίρεση πράγματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεξαγωγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπεξαγωγή < αρχαία ελληνική ὑπεξάγω. Μορφολογικά αναλύεται σε υπ- + εξαγωγή.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπεξαγωγήυπεξαγωγές
Γενικήυπεξαγωγήςυπεξαγωγών
Αιτιατικήυπεξαγωγήυπεξαγωγές
Κλητικήυπεξαγωγήυπεξαγωγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →