Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπεράνθρωπος

/i.peˈɾan.θɾo.pos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανώτερος άνθρωπος (κατά τη νιτσεϊκή φιλοσοφία ή τη ναζιστική θεώρηση των πραγμάτων) Βικιλεξικό
  2. άνθρωπος με υπερφυσικές δυνάμεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεράνθρωπος < υπερ- + άνθρωπος :# < (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Übermensch :# < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική superman

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπεράνθρωπη / υπεράνθρωπος / υπεράνθρωπουπεράνθρωπες / υπεράνθρωποι / υπεράνθρωπα
Γενικήυπεράνθρωπης / υπεράνθρωπου / υπεράνθρωπουυπεράνθρωπων / υπεράνθρωπων / υπεράνθρωπων
Αιτιατικήυπεράνθρωπη / υπεράνθρωπο / υπεράνθρωπουπεράνθρωπες / υπεράνθρωπους / υπεράνθρωπα
Κλητικήυπεράνθρωπη / υπεράνθρωπε / υπεράνθρωπουπεράνθρωπες / υπεράνθρωποι / υπεράνθρωπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υπεράνθρωπος

/i.peˈɾan.θɾo.pos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ξεπερνά τις δυνατότητες των ανθρώπων Βικιλεξικό
    • υπεράνθρωπες δυνάμεις
  2. μεταφορικάγια ενέργεια που απαιτεί πάρα πολύ δύναμη, επιδεξιότητα, αντοχή κ.λπ. Βικιλεξικό
    • παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των γιατρών...

Ετυμολογία

υπεράνθρωπος < ελληνιστική κοινή ὑπεράνθρωπος < ὑπέρ + ἄνθρωπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεράνθρωποςυπεράνθρωπηυπεράνθρωπο
Γενικήυπεράνθρωπουυπεράνθρωπηςυπεράνθρωπου
Αιτιατικήυπεράνθρωπουπεράνθρωπηυπεράνθρωπο
Κλητικήυπεράνθρωπευπεράνθρωπηυπεράνθρωπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεράνθρωποιυπεράνθρωπεςυπεράνθρωπα
Γενικήυπεράνθρωπωνυπεράνθρωπωνυπεράνθρωπων
Αιτιατικήυπεράνθρωπουςυπεράνθρωπεςυπεράνθρωπα
Κλητικήυπεράνθρωποιυπεράνθρωπεςυπεράνθρωπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →